Μετάβαση στο περιεχόμενο της σελίδας
Το σήμα και ο λογότυπος της CL Productions Το σήμα και ο λογότυπος της CL Productions

Τηλεοπτική σειρά "ΤΟ 10"

Αναστάσης Καλογεράς

Σώπασε, γύρισε και την κοίταξε. Ήταν ωραίος άντρας, παρ'όλα τα χρόνια του. Ψηλός, λιγνός, με μάτια δυνατά. Τα λευκά μαλλιά και το ψαρό γένι πλαισίωναν μ' αισθητική αντίθεση τη βαθύχρωμη μορφή. Απ' όλη του την υπόσταση ακτινοβολούσε νοημοσύνη, ευαισθησία, δύναμη και δίψα ηδονής.

"Σ' ευχαριστώ που ήρθες να γεμίσεις τις στερνές μέρες μου με τα νιάτα σου", είπε.

"Άλλου είδους υπολογισμού σ' έφεραν κοντά μου... Σκοπός μου ήταν να χαρώ τη νεαρή σάρκα σου. Σκοπός σου ν' αποζημιωθείς γερά για την θυσία σου. Αλλά... Αλλά σ' αγάπησα και μ' αγάπησες."

Η Δέσποινα κάθισε καταγής, πλάι στα πόδια του. Με τρεμάμενα χείλια φίλησε τα διάφανα δάχτυλα του. Εκείνος σήκωσε το χέρι και της χάιδεψε τα μαλλιά.

"Μην κάνεις έτσι", της είπε. "Κρίση είναι, που θα περάσει. Αύριο θα είμαι καλά..."

Ελενάρα

Το μεσημέρι η Ελενάρα και ο Σερσέμης γύρισαν πεζή απ' το Μέγαρο Πιπιλή στο "10".

Όχι τόσο για να οικονομηθεί η δραχμή του τράμ, όσο επειδή ο κανονισμός της Η.Ε.Μ απαγορεύει την άνοδο ζώων στα οχήματα της.

Η Ελενάρα προχωρούσε σιγά, με κεφάλι σκυφτό, τα μικρά τσιμπλιασμένα μάτια της στριφογύριζαν ερευνώντας το δρόμο προσεκτικά, σαν να γύρευαν κάτι να βρουν. Κάθε τόσο, το' βρισκαν. Ήταν ένα κομμάτι από πετσί, ένα κουρέλι, ένα κουτί κονσέρβας, ένας σπάγκος, ένα κομμάτι σχοινί, ένα σύρμα ή ένα οποιοδήποτε άχρηστο αντικείμενο. Έσκυβε, το μάζευε, το ξέταζε με ματιά έμπειρη, το' ρίχνε στο σακούλι της.

Μιχάλης Φουντούκος, ο "Άρχων του Κόσμου"

"Σύντομα θα γίνω Άρχοντας του Κόσμου. Και πρέπει να φροντίσω για τον διάδοχο μου. Μόνο με γυναίκα από αρχοντική γενιά επιβάλλεται να κάνω παιδί, που θα με διαδεχτεί στο θρόνο της Οικουμένης. Το ίδιο έκανε κι ο Μέγας Ναπολέων."

Τις άγρυπνες ώρες ο Μιχάλης Φουντούκος καταστρώνει σχέδια πως θα κυβερνήσει τον πλανήτη μας, όταν γίνει Άρχων του Κόσμου. Χρυσό τον έκαναν να ειπεί το σύστημα του: "Θα το ιδήτε εν τη πράξει", έλεγε, "όταν θα αρχηγεύω της Υφηλίου" και γύριζε τη συζήτηση σε θέματα της καθημερινής ζωής, όπου δειχνόταν λογικός εκατό τα εκατό. Αν η κουβέντα δεν ερχόταν κατά τύχη, στα περί Αρχηγίας του Κόσμου, ουδέποτε θα υποψιαζόσουν πως αυτός ο μυαλωμένος άνθρωπος κι ικανότατος επιχειρηματίας ήταν ψώνιο και δη μεγάλο!


Μάρθα Μετζελή

Η Μάρθα κατέβαλε ηρωική προσπάθεια για αν συγκρατήσει νέο κύμα γέλιου που ανάδευε μέσα της. Είχε πείρα της σεξουαλικής απειρίας του Φουντούκου. Απειρίας αντίστροφα ανάλογης με την δική της πείρα.

"Τι κουτή που ήμουν να μην παραστήσω την παρθένα!" είπε μέσα της. "Είδηση δεν θα 'παιρνε!" Η Μάρθα έκανε γοργή σκέψη: "Ο πλούσιος γάμος είναι η μόνη λύση, κι ο Μιχάλης παρουσίαζε τα πιο σίγουρα εχέγγυα. Να παραμείνω ερωμένη του, τώρα που θα παντρευτεί άλλην; Τι έχω να κερδίσω; Αλλά κι αν τον παρατήσω, θα πρέπει να ξαναρχίσω το αβέβαιο κυνήγι του πλούσιου συζύγου. Ίσως η οικονομική αποκατάσταση έξω από τα δεσμά του γάμου να είναι προσφορότερη λύση από το γάμο. Ας τα παίξω όλα για όλα! Η λόξα του δεν μπορεί να καταπνίξει την ανάγκη της ηδονής."


Δέσποινα Νταηγιώργη

"Αν θέλω να γίνω πλούσια, μπορώ θαυμάσια να το καταφέρω για λογαριασμό μου."

"Τι θες να πεις;" Ανησύχησε ο Ευάγγελος.

"Έσυ θέλεις να γίνω ερωμένη του θείου σου, για να σου αφήσει κληρονομιά το "10". Ξεχνάς πως με τις ίδιες προϋποθέσεις, πιθανότερο, ο Καλογεράς να κάνει εμένα κληρονόμο του παρά εσένα;"

Ο ανυποψίαστος κυνισμός της τον τρόμαξε.

"Είσαι πολύ πόρνη!"

"Περισσότερο απ' όσο θα ήθελες, ε; Οπωσδήποτε μην ξεχνάς το ενδεχόμενο πως μπορεί μια μέρα να γίνω θεία σου!"

Το αίμα του ανέβηκε στο κεφάλι. Τα μάτια του σκοτείνιασαν. Της τράβηξε δυο γερά χαστούκια.

"Πόρνη!"


Θανάσης Κούγιας, ο γιατρός

Όλη η φτωχολογιά της περιοχής πίστευε στον Κούγια όπως οι αρχαίοι στον Ασκληπιό, με αποτέλεσμα ο γιατρός να ξεθεώνεται νύχτα μέρα στην δουλειά, να μη χορταίνει ύπνο.

"Γιατί χαραμίζω τη ζωή μου κερδίζοντας άχρηστα χρήματα;" συλλογιζόταν. "Από αύριο περιορίζω την πελατεία μου στο 50%".

Ο συλλογισμός αυτός έκανε τον Θανάση Κούγια να χαμογελάσει. Επιτυχημένος είναι εκείνος που ικανοποίησε και τους δέκα σκοπούς στη ζωή του, αποτυχημένος εκείνος που ικανοποίησε τους σαράντα εννέα από τους εκατό, αδιάφορο αν η απόδοση του δεύτερου είναι πενταπλάσια από αυτήν του πρώτου. Βασιζόμενος σ' αυτό το νόμο, ο γιατρός Θανάσης Κούγιας συνειδητοποιεί την αποτυχία του.


Ειρηνούλα Χαριτάκη

Πέθανε ο Καλογεράς, ανοίχτηκε η διαθήκη και κληρονόμος ήταν η μικρανεψιά του Ειρήνη Χαριτάκη. Πώς γίνηκε αυτό; Στα κρυφά ο σεβαστός θείος συναντούσε και περιβούταγε τη χαριτωμένη μικρανέψια του. Κι αν διόλου κουτός ο Χαριτάκης δεν πήρε τίποτα είδηση τόσα χρόνια, ήταν επειδή η συμβία του μοιχευόταν με μεγάλη περίσκεψη κι εξαιρετικές προφυλάξεις.

Η Ειρηνούλα, ακολουθώντας τον αδαμάντινο κανόνα "μην ομολογείτε ποτέ", επέμεινε να αρνείται πεισματικά το ολοφάνερο, παρ'όλο το άγριο ξύλο που έτρωγε επί μια εβδομάδα και νυχθημερόν.


Άννα Λέφα

Μπροστά του πήγαινε η Αννα, με σεινάμενους γλουτούς. Στο λαιμό, τα ξανθά μαλλάκια της σχημάτιζαν μπουκλάκια... Είχε σφυρά ντελικάτα, φτέρνα μικρή, καλοπλασμένη και ρόδινη...

Ο Μιχάλης την κοίταξε μέσα στο αμυδρό φώς που έφτανε ως το κοίλωμα όπου είχαν καταφύγει. Ήταν όμορφη και τα δεκαοχτώ της χρόνια έριχναν την αίγλη της νιότης στο κάλλος των γραμμών. Η μορφή της είχε πάρει έκφραση θλιμμένης εγκαρτέρησης από τα μεγάλα καστανά μάτια, δύο δάκρυα κύλησαν στα δροσερά της μάγουλα.

"Μ' αγαπάς;" τη ρώτησε.

"Σ'αγαπώ Μιχάλη" αποκρίθηκε απλά.


Ευάγγελος Νταηγιώργης

Στο διάστημα αυτό, η ζήλια κατάτρωγε τον Ευάγγελο Νταηγιώργη, κάθε φορά που η Δέσποινα έβγαινε να πάει "επίσκεψη" ή στα "μαγαζιά".

Τι να κάνει; Να την προστάξει; Να την παρακαλέσει;

Προεξοφλούσε το σαρκαστικό της γέλιο. Υποψιαζότανε πως η γυναίκα του μια τέτοια αφορμή γύρευε, για να του φύγει. Άλλη λύση απ' την υποταγή και την υπομονή δεν υπήρχε, ως την ημέρα που θα πέθαινε ο Καλογεράς, κι εκείνος θα γινόταν ιδιοκτήτης του "10"...


Κατίνα η "εξ αριστεράς χειρός"

"Ποιανού απαιτητικού συζύγου είναι σύζυγος αυτή η ανυπόφορη σουσουράδα;"

"Του Γιάννη του κουλού. Αλλά σύζυγος εξ' αριστεράς χειρός!"

Έτσι την είχαν ονοματίσει στη γειτονιά: "η αριστερά χειρός" χωρίς να καλοξέρουν τη σημασία. Όταν όμως η Αριστεράς χειρός απομακρύνθηκε, επακολούθησαν σχόλια σε διάφορους τόνους:

"Δεν κοιτάει τις πομπές της, που την έχει ο Γιάννης αστεφάνωτη, αλλά μπαίνει στη μύτη, εμάς των τίμιων γυναικών, καμπανίζοντας το παραδάκι που κερδίζει με τα πόδια στα νταβάνι! Ξετσιπώθηκε ο κόσμος! Γι' αυτό θα ρίξει φωτιά ο Θεός, να μας κάψει!"


Κυρία Πόπη

Κατά τις δυό το μεσημέρι σταμάτησε η δουλειά για μισή ώρα, να κολατσίσουν. Όλες είχαν φέρει το κατιτί τους: ντομάτες, ψωμοτύρι, σταφύλια – πρόχειρα πράματα. Τις κέρασε η κύρια Πόπη παγωτά ΕΒΓΑ, να δροσιστούν σ' όσες κάπνιζαν έδωσε τσιγάρο. Ήταν γαλάντισσα με τους υπαλλήλους της, τους φερόταν σαν σε φίλους συνεργάτες, γι' αυτό όλοι την αγαπούσαν. Η κυρία Πόπη ήταν τύπος. Ζωντοχήρα, κοντά στα σαράντα, με απονιφάδια ομορφιάς, έξυπνη ζωντανή σβέλτη, μπίρμπα, με το τσιγάρο και την μπαρτζολέτα πάντοτε στα χείλη, ήξερε να ικανοποιεί την πελατεία με την τέχνη της ραφτικής, τους εγκάρδιους τρόπους, τη σπιρτόζα κουβέντα και τη χαριτωμένη κυνική φιλοσοφία της.


Χρίστος Χαριτάκης

O Χρίστος Χαριτάκης ξύπνησε κακόκεφος απ'τον μεσημεριανό ύπνο. Αυτόν τον είχε πειράξει η ζέστη περισσότερο, γιατί του φέρνε κρίση άσθαματος. Χρόνια τώρα υπέφερε απ'αυτή την κακή αρρώστια και γιατρειά δεν έβρισκε.

Ήταν ψηλός, εύσωμος, με μαλλιά κάτασπρα, που τα κούρευε με την ψιλή. Είχε μεγάλα κρεμαστά μουστάκια που σχημάτιζαν τεράστια λευκή περισπωμένη στο κέντρο της στρογγυλής και ρόδινης μορφής του. Τα μικρά γαλανά του μάτια ήταν σαν του παιδιού: άλλοτε γεμάτα αγαθοσύνη κι άλλοτε άκριτο θυμό. Θύμωνε με το παραμικρό, παραφερόταν. Σύντομα όμως ξεθύμαινε και τότε ήταν πράος σαν πρόβατο.


Νίκος Βάλβης

Ο Νίκος Βάλβης (ο επιλεγόμενος μπακαλάκης, ένεκα που το μαγαζί του ήταν μικροσκοπικό) περιποιόταν την πάσα μια με πρόθυμη σβελτάδα, πάντοτε κεφάτος, χαμογελαστός, και μ' ένα έξυπνο λόγο στην άκρη της γλώσσας. Μόνο που γνώριζε και να κρατάει την γλώσσα του, μην αναμειγνυόμενος ποτέ στα κουσέλια. Από 'κει περνούσαν, κάθε πρωί, όλες οι νοικοκυρές να ψωνίσουν το κατιτί τους, και, με την ευκαιρία αυτή, έλεγαν συναμετάξυ τους και καναδυό κουβέντες, καταπώς η κοινωνικότητα προστάζει.

Είχε καλό εμπόρευμα, φτηνές τιμές, ζύγιζε τίμια κι έκανε πίστωση. Δεν ήθελε να παντρευτεί πριν αποκαταστήσει τις δύο γεροντοκόρες αδελφές.


Μιχάλης Βάλβης

Εκείνο το πρωί της 24ης Ιουνιου, ο Μιχάλης Βάλβης ξύπνησε πριν καλοφέξει, η ζέστη τον είχε πνίξει. Στο πλαϊνό κρεββάτι ο αδερφός του ο Νίκος – ο επιλεγόμενος Μπακαλάκης – ροχάλιζε. Από την ανοιχτή πόρτα της πλαϊνής κάμαρας είδε τις αδερφές του ξαπλωμένες στο ίδιο πλατύ κρεββάτι.

"Θεέ μου" συλλογίστηκε, "Όσο περνάει ο καιρός τόσο δυσκολότερα θα τις παντρέψουμε". Έξαφνα το μισόκουφο αυτί του, που δύσκολα άκουγε τις φωνές, έπιασε ξεκάθαρα τρείς αδιόρατους χτύπους απ' την άλλη μεριά του τοίχου. Ήταν το συνθηματικό χτύπημα της Αννας. Ένας τοίχος μόνο χώριζε τα κρεββάτια τους. Με τη φαντασία είδε το μισόγυμνο νεανικό κορμί ξαπλωμένο λίγους πόντους μακριά από το δικό του.


Πολύκαρπος

"Ποτέ πιά", είπε φωναχτά. "Ποτέ".

Φόρεσε τις πιτζάμες του, ξάπλωσε στο κρεβάτι κι άρχισε να διαβάζει το τελευταίο τεύχος κάποιου θρησκευτικού περιοδικού, που ήταν συνδρομητής Κρύος ίδρος τον περίκοψε άγχος θανατερό κυρίεψε την ψυχή του. Σηκώθηκε, γονάτισε μπροστά στο κονοστάσι, και γύρεψε συχώρεση απ' τον θεό για τα όσα έκανε, υποσχόμενος πως ποτέ πιά δεν θα ξαναπέσει στο φοβερό αμάρτημα της σαρκάς. "Ποτέ!"

Μέτριος στο ανάστημα, λίγο σκυφτός, βραχυκέφαλος σαν πίθηκος, με μύτη σουβλερή, μουστακάκι σαρακαφαγωμένο κι έκφραση κουτοπόνηρη. Τελευταία λεπτομέρεια: ήταν ευσεβής χριστιανός.


Γιάννης

Τινάχτηκε ο Γιάννης ξαφνιασμένος. "Λάθος κάνεις! Το περίπτερο του Βασίλη Ανδρεαδάκη στη Ζέα, που πέθανε το πήρε η γυναίκα του."

"Η γυναίκα του, Γιάννη μου. Εγώ είμαι η γυναίκα σου;"

Η μπουκιά από το ατζέμι στάθηκε στον καταπιόνα του Γιάννη. Και του 'πνιξε τη λαλιά. Η Κατίνα σηκώθηκε κι είπε:

"Μη σταναχωριέσαι, όλα θα βολευτούν."


Φιλιώ

Η Φιλιώ αγουροξυπνημένη, με τα χέρια στις τσέπες της πιτζάμας και το τσιγάρο στο στόμα, του αντιγύριζε τη ματιά με περιφρονητική πρόκληση. Για τη Φιλιώ δεν υπήρχε ζήτημα θέλησης. Ποτέ δεν ένιωσε παρόρμηση προς το αντρικό χάδι, γενικά ή ειδικά. Η ιδέα μόνο πως θα παράδινε το κορμί της σ'έναν άντρα, της έφερνε αναγούλα. Απορούσε πως υπήρχαν γυναίκες που τους άρεσαν οι άντρες. Κι η απορία της έφτασε μέχρι τον θεό, που έπλασε το αντρικό φύλλο. Ενώ η γυναίκα είναι άλλο πλάσμα, πολύ πιο αισθητικό.


Σοφία Ατζαγιόλη

Ένα όνομα παράξενο: Σοφία Ατζαγιόλη, τη λεν. Οι πρόγονοι της, λέει, ήσαν άρχοντες στην Αθήνα, πρίν εξακόσια χρόνια. Πανί με πανί!

Δουλεύει μανικιουρίστα σ'ένα κουρείο, κοντά στο θέατρο. Μου 'δειξε φωτογραφία της: μια τσιλιβίθρα, μια τσίχλα, δίχως εκατό δράμια ξίγκι επάνω της. Κι άσκημη πανούκλα σωστή...


Ευσταθία Κίτσου

Η βοηθός του, η Ευσταθία είχε κιόλας καταπλεύσει. Ως τριανταπέντε χρόνων, μέτριο ανάστημα, μάλλον παχουλή, με έξυπνα μάτια όχι πολύ αγαθά, και με ακτινοβολία ακούραστης δραστηριότητας. Από την πρώτη ματιά γεννούσε εντύπωση διαβολογυναίκας. Η άσπρη μπλούζα έδινε αναγλυφικότητα στο κορμί της, την έκανε κάπως ορεκτική. Καθώς η Ευσταθία προχωρούσε, ο Κούγιας παρακολουθούσε το υποβλητικό λίκνισμα των γοφών της. Ο δαίμονας τον κέντρισε.

"Το μεσημέρι έχεις δουλεία;" τη σταμάτησε. "Κανόνισε να φάμε μαζί..." Φράση συμβατική, που υποδήλωνε τη διάθεση του γιατρού να πλαγιάσει με τη νοσοκόμα του. Μα η Ευσταθία αντί να συγκατανεύσει όπως έκανε πάντοτε, τον κοίταξε με ύφος στενοχωρημένο.

"Λυπάμαι, αλλά δεν μπορώ..."

"Τι συμβαίνει; Είσαι αδιάθετη;"

"Όχι. Αρραβωνιάστηκα..."


Δις Στάσα "Η Κλαστική"

Στάθηκε άξαφνα, με μάτι ανήσυχο εξέτασε το πεζοδρόμιο.

"Τα παλιόπαιδα", μουρμούρισε. "Τα παλιόπαιδα!" Άρχισε με νευρικές κλωτσιές να καθαρίζει τα χαλίκια. Κι ύστερα είπε:

"Όλοι είναι βλαμμένοι. Ρίχνουν χαλίκια στο πεζοδρόμιο... Παρακολουθούν που πηγαίνεις. Πρέπει να προσέχεις όταν περπατάς, να κοιτάς πίσω σου μην σε παρακολουθούν, ν' αλλάζεις συνεχώς πεζοδρόμιο για να τους ξεγελάσεις."

Ο Ζήσης δεν αποκρίθηκε. Είχε καταλάβει... "Θα σας παίξω στο πιάνο Μπετόβεν. Καληνύχτα..." Απομακρύνθηκε με τη λικνίστικη περπατησιά της, δύσκολα καταφέρνοντας να ισορροπήσει στα αδύνατα ποδαράκια με τα πανύψηλα τακούνια. Η φούντα του καπέλλου της κυμάτιζε χαρούμενα.


Βιργινία

"Με πλησίασε σήμερα το πρωί, να με ρωτήσει αν ήρθε το βαπόρι με τον αρραβωνιαστικό της: ένα βαπόρι που βούλιαξε σύψυχο λίγο μετά τον πόλεμο..."

"Της το'πατε;"

"Θα ήταν φοβερό αν έκανα τέτοιο λάθος..."

"Διόλου φοβερό. Της το'χουν πεί άλλοι, που δεν είχαν την ανθρωπιά σας.Δεν το πίστεψε αυτή είναι η τρέλα της."

"Όμορφη τρέλα να μην πιστεύεις την αλήθεια."

"Όμορφο είναι να περιμένεις έναν αρραβωνιαστικό που έχει πεθάνει;"

"Όχι βέβαια. Μα ακόμα λιγότερο όμορφο είναι να περιμένεις έναν αρραβωνιαστικό που δεν έχει πεθάνει..."


Μαρία Μωρού

Η μεγάλη κόρη της, η Μαρία (ανάμεσα εικοσιπέντε και τριάντα) ήταν κοπέλα τροφαντή, γεροδεμένη, θαρρετή και δουλευταρού. Με το καλό μεροκάματο που κέρδιζε εργαζόμενη σε μοδιστράδικο, έτρεφε τη φαμίλια της.


Παντοφλού

Οι παντοφλάδες είχαν βγει οικογενειακώς από την ισόγεια κάμαρα τους, είχαν στήσει τα σύνεργα τους στο ύπαιθρο και δούλευαν. Τους έλεγαν παντοφλάδες γιατί όλη φαμίλια είχε επάγγελμα την εμβαδοποιία.

Είχαν κάποιο επώνυμο, σαν όλο τον κόσμο, μα κανείς δεν το μεταχειριζότανε ίσως κι οι ίδιοι να το 'χαν ξεχάσει. Ήσαν δέκα άτομα – δυο γονιοί κι οχτώ παιδιά, από είκοσι χρονώ και κάτω.


Κίτσος

Πρώτη εκείνη του είπε.

"Αν πας με άλλη γυναίκα, το βιτριόλι δεν το γλιτώνεις..."

"Κι εσύ", αποκρίθηκε εκείνος, "αν πας μ' άλλον άντρα, τη μαχαιριά την έχεις σίγουρη..."

Αποσβολώθηκε όταν, ανοίγοντας την πόρτα της κάμαρας, είδε τον Κίτσο να την περιμένει. Τα μάτια του πετούσαν σκοτεινές φλόγες.

"Πού ήσουν;" την ρωτάει βραχνά. Τι να του αποκριθεί; Σώπαινε κατακίτρινη, με ανάσα κοντή. Εκείνος τράβηξε το μαχαίρι απ'το ζωνάρι του.

"Πουτάνα!" Είπε μουγκά και της το' χωσε κάτω απ'το δεξί βυζί.


Μαρία Μακρή

Με νευριασμένες χειρονομίες έβγαλε το φόρεμα της και το πέταξε σε μια καρέκλα. Απόμεινε ολόγυμνη. Είχε όμορφο κορμί σταράτο, καλοκρεατωμένο, αλλά με αρμονικές αναλογίες. Ήταν από κείνες τις γυναίκες που μόνο γυμνές φανερώνουν την ομορφιά του κορμιού τους που και το πιο καλοραμμένο φόρεμα τις ασχημίζει.

Μπορούσε να κερδίζει σήμερα τη ζωή της με τη πορνεία, όντας ακόμα νέα και καλοφτιαγμένη. Σε λίγα όμως χρόνια τι θα γινόταν; Θα άρχιζε η κατρακύλα σε όρους εργασίας και τιμολόγιο; Ο δημόσιος εξευτελισμός; Οπωσδήποτε όχι, κάτι άλλο έπρεπε να βρεί, για την ταχτοποίηση της ζωής της. Τι;


Σοφούλα η Παντοφλίτσα

Η Σοφούλα δεν πήρε μέρος στη συζήτηση. Μόλις είχε γυρίσει από την συνάντηση της με τον Γιώργο Λέφα. Η εγκυμοσύνη και η ταραχή της ανακάτευαν τα σωθικά. Δεν μπόρεσε όμως να μην χαμογελάσει με αυτοσαρκασμό, ακούγωντας τη μάνα της να μουντζουρώνει άδικα την ξένη κοπέλα, πιστεύοντας το ίδιο άδικα στην αγνότητα των δικών της κοριτσιών.

"Ποιαν αγνότητα;" συλλογίστηκε. Από τις εννιά το πρωί, που ο γιατρός της αποκάλυψε πως είναι έγκυος, ίσαμε τώρα στις τρείς το απόγευμα γίνηκε σοφότερη σαν να έζησε είκοσι χρόνια. Όλη η ασκήμια της ζωής, που δεν υποψιαζόταν, πρόβαλε μπροστά της αναπάντεχα και δίχως μάσκα, με την πραγματική της μορφή.


Μικές ο Ψαράς

Ο Μικές, ο ψαράς έφτασε καθυστερημένος. Για να προφτάσει, ήρθε σχεδόν τρεχάτος απ' του Ξαβεριού, δίχως να πιει καφέ.

Για να ξεμπαφιάσει απ' τη νύστα του αχόρταγου ύπνου άναψε τσιγάρο μεσοδρομίς, μα η πρώτη ρουφηξιά του ανακάτεψε τα σωθικά, το πέταξε σιχτιρίζοντας και τάχυνε το βήμα. Κι έπρεπε πριν φέξει να βρίσκεται στην ψαρόσκαλα να προμηθευτεί το καθημερινό του εμπόρευμα.

Σιχαινόταν τον εαυτό του. Ορκιζόταν μέσα του να μην ξαναπέσει σε τούτη την αηδία.


Αντωνία Βάλβη

Κι έξαφνα παρουσιάζεται ένας άντρας που θέλει να γίνει σύζυγος της. Ένας άντρας νέος, όμορφος. Γερός, γοητευτικός που κι η πιο νέα, η πιο όμορφη κοπέλα, μετά χαράς θα δεχόταν τον έρωτα του. Στα χρόνια, μπορούσε να 'ταν γιος της. Την παντρευόταν από συμφέρον για να πάρει προίκα την ταβέρνα και να βολευτεί. Θα γινόταν εραστής της; Ναι, τον πρώτο καιρό. Κατόπιν θα την παραμέριζε, θα έπιανε φιλενάδες. Κι εκείνη δεν θα 'χε δικαίωμα όχι, να παραπονεθεί, μα ούτε να ζηλέψει. Όλα θα τα δεχόταν, αρκεί να 'νιωθε, πριν πεθάνει την σάρκα του άντρα στη σάρκα της. Τίποτε δεν λογάριαζε. Τίποτε...


Παναγιώτα Βάλβη

Η Παναγιώτα, με μάτια στυλωμένα στο κενό, προσπαθεί να τα βάλει τάξη στο χάος του μυαλού και της ψυχής της. Είχε παραιτηθεί, χρόνια τώρα, από τα δικαιώματα της για τον έρωτα κι από την στιγμή που παραιτήθηκε, βρήκε την γαλήνη της. Δεκαπέντε χρονών ήταν όταν άρχισε τ' όραμα του άντρα της να της ερεθίζει τα ψυχικά κέντρα του ασαφούς ερωτισμού, η σάρκα δεν είχε συγκριτοποιήσει ακόμα την απαίτηση. Η Παναγιώτα υποτάχθηκε στο ριζικό της. Είπε χαμογελώντας:

"Ήρθε η ώρα να βολευτείτε όλοι σας. Κάλλιο αργά παρά ποτέ..."